Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χωλάω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χύτρινος
χυτρῖνος
χυτρίον
χυτρίς
χυτρίσκη
χυτρισμός
χυτρίτης
χυτρόγαυλος
χυτροειδής
Χύτροι
Χύτρον
χυτροπλάθος
χυτροπόδιον
χυτρόπους
χυτροπωϊεῖον
χυτροπώλης
χυτροπώλιον
χυτρόπωλις
χύτρος
χυτροτομέω
χυτροφόρος
χυτρώδης
χὠ
χᾠ
χὤδωνις
χὠκ
χωκορτή
χωλαίνω
χώλανσις
χώλασμα
χωλάω
χωλεία
χώλευμα
χωλεύω
χωλιαμβοποιέω
χωλίαμβος
χωλογράββατον
χώλοθρον
χωλοιπόδης
χωλοίπους
χωλοκράββατον
χωλόομαι
χωλοποιός
χωλόπους
χωλός
χωλότης
χωλόω
χώλωμα
χώλωσις
χῶμα
χωματεκβολεύς
χωματεκβολία
χωματεπείκτης
χωματεπιμελητής
χωματεπιστάτης
χωματεργολάβος
χωματίας
χωματίζομαι
χωματίζω
χωματικός
χωμάτιον
…
χωλάω
Save
LSJ
χωλ-άω,
= χωλεύω I, dub. in
Them.
Or.
22.282b.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}