χυτρίον Save LSJ Pape χυτρ-ίον, τό, f.l. for χυτρίδιον, Ar. Ach. 1175. II = κρανίον, Hsch. χυτρίον, τό, dim. von χύτρα, Töpfchen (?); Hesych. erkl. es κρανίον, Poll. 7.163 χύτρια τὰ τῶν χυτρῶν ὄστρακα ; vgl. χύτρειος.