χυτροπλάθος
χυτροπλάθος, potter
χυτρο-πλάθος [ᾰ], ὁ,
- potter, Poll. 7.163, Phryn. PS p.125 B.
χυτροπλάθος, ὁ, der Töpfer ; Poll.; Phryn. in B.A. 72.
χυτροπλάθος, potter