χωνευτήριον
χωνευτήριον, smelting-furnace
χων-ευτήριον, τό,
- smelting-furnace, LXX 3 Ki. 8.51, al.; cf. χωνεῖον.
χωνευτήριον, ου (τὸ) fonderie, Spt. 3 Reg. 8, 51, etc.
Étym. χωνεύω.
χωνευτήριον, τό, Ort zum Schmelzen, Schmelzofen, Sp., wie Schol. Nic. Al. 51.