χωράσμιος
χωράσμιος, mature
χωρ-άσμιος, α, ον, dub. sens., χωράσμιαι ἐλέαι (
- = ἐλαῖαι) Supp.Epigr. 6.673.3 (Pamphylia, ii A. D.) (but χ ὡρᾳσμέναι ἐλέαι ʼ600 mature olive plants’ (fr. ὡρᾴζω, = ὡραΐζω) acc. to Keilʼs reading).
χωράσμιος, ὁ, der Landnachbar, zw.