ψυκτηρίδιον
ψυκ-τηρίδιον [ῐ], τό,
- = ψυκτήριον I, Alex. 2.7, Inscr.Délos 1432 Ab ii 67 (ii B. C.).
ψυκτηρίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] dim. du suiv. Alex. (Ath. 230c, 502f).
ψυκτηρίδιον, τό, = ψυκτήριον, Alexis bei Ath. XI.503.