ψύλλειον Save LSJ Bailly 2024 Pape ψύλλειον, τό, = ψύλλιον, Orph. A. 961. ψύλλειον, ου (τὸ) c. le suiv. Orph. Arg. 959. ψύλλειον, τό, = ψύλλιον, Orph. Arg. 964.