ψυδρός
ψυδρός, lying, untrue
ψυδρός, ά, όν,
- = ψευδής, lying, untrue, Thgn. 122 cod.A (v.l. ψυδνός), Lyc. 235, 1219.
ψυδρός, ά, όν, menteur, mensonger, Thgn. 124 ; Lyc. 235, 1219.
Étym. cf. ψεύδω.
ψυδρός, = ψευδής, lügenhaft, falsch, φήμη, μηχαναί, Lycophr. 235, 1219.