Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ψυχρά
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ψυχοπονία
ψυχοπότης
ψυχοραγέω
ψυχοραγής
ψυχοροφέω
ψυχορόφος
ψυχορόφους
ψυχορραγέω
ψυχορραγής
ψυχορραγία
ψυχορροφέω
ψυχορρόφος
ψῦχος
ψυχοσσόος
ψυχοστασία
ψυχοστόλος
ψυχοστρόφος
ψυχοτακής
ψυχοταμίας
ψυχοτροφέω
ψυχοτροφία
ψυχότροφον
ψυχοτρόφος
ψυχότροφος
ψυχουλκέομαι
ψυχουλκός
ψυχοῦλκος
ψυχοφθόρος
ψυχόω
ψύχρα
ψυχρά
ψυχραίνω
ψυχραντικός
ψυχρασία
ψύχρευμα
ψυχρεύομαι
ψυχρηλατέω
ψυχρήλατος
ψυχρία
ψυχρίζω
ψυχριστός
ψυχροβαφής
ψυχρογραφέω
ψυχροδοσία
ψυχροδόχος
ψυχροθερμοφύσησος
ψυχροκαυτήρ
ψυχροκοίλιος
ψυχροκόμψευμα
ψυχρολογέω
ψυχρολογία
ψυχρολόγος
ψυχρολουσία
ψυχρολούσιον
ψυχρολουτέω
ψυχρολούτης
ψυχρολουτητέον
ψυχρολουτρέω
ψυχρομιγής
ψυχρομυθουργία
ψυχρόομαι
…
ψυχρά
Save
Bailly 2024
ψυχρά,
ᾶς
(
ἡ
)
froid,
A. Tr.
1, 21
.
Étym.
fém. de
ψυχρός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}