Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ψυχότροφος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ψυχομαχία
ψυχομιγής
ψυχοπλανής
ψυχοποιία
ψυχοποιός
ψυχοπομπεῖον
ψυχοπομπός
ψυχοπονία
ψυχοπότης
ψυχοραγέω
ψυχοραγής
ψυχοροφέω
ψυχορόφος
ψυχορόφους
ψυχορραγέω
ψυχορραγής
ψυχορραγία
ψυχορροφέω
ψυχορρόφος
ψῦχος
ψυχοσσόος
ψυχοστασία
ψυχοστόλος
ψυχοστρόφος
ψυχοτακής
ψυχοταμίας
ψυχοτροφέω
ψυχοτροφία
ψυχότροφον
ψυχοτρόφος
ψυχότροφος
ψυχουλκέομαι
ψυχουλκός
ψυχοῦλκος
ψυχοφθόρος
ψυχόω
ψύχρα
ψυχρά
ψυχραίνω
ψυχραντικός
ψυχρασία
ψύχρευμα
ψυχρεύομαι
ψυχρηλατέω
ψυχρήλατος
ψυχρία
ψυχρίζω
ψυχριστός
ψυχροβαφής
ψυχρογραφέω
ψυχροδοσία
ψυχροδόχος
ψυχροθερμοφύσησος
ψυχροκαυτήρ
ψυχροκοίλιος
ψυχροκόμψευμα
ψυχρολογέω
ψυχρολογία
ψυχρολόγος
ψυχρολουσία
ψυχρολούσιον
…
ψυχότροφος
Save
Pape
ψυχότροφος
, [ῡ],
von Kälte, Frost genährt, in der Kälte gedeihend
, Diosc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}