ἀβαφής
ἀβᾰφής, ές,
- = ἄβαπτος, v. sub ἀναφής:—also -ος, ον, Gloss.
no mojado
ψωμίον
ἀ·βαφής, ής, ές [βᾰ] non trempé, non teint, Plut. M. 650b.
Étym. ἀ, βάπτω.
ἀβαφής, Plut. Conv. 3.3 l.d. für ἀναφής.