ἀγίγαρτος
ἀγίγαρτος, without seed
ἀγίγαρτος, ον, of grapes, etc.,
- without seed or stone, Thphr. CP 5.5.1, Aët. 9.30.
que carece de pepitas
λέγομεν ... ἀγίγαρτον ῥοιάν, ἐπειδὴ ... τό γίγαρτον μικρόν
•Cf.
ἀ·γίγαρτος, ος, ον [ᾰῑ] sans pépins ou sans noyau, Th. C.P. 5, 5, 1.
Étym. ἀ, γίγαρτον.