ἁγιαστικός
santificador ref. al Espíritu Santo
ἡ ἁ. ἐνέργεια
τὸ πνεῦμα ... πάσης τῆς κτίσεως ... ἁγιαστικόν
ἡ ἁ. δύναμις
• esp. en la herejía pneumatómaca
(τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον) θεότητος ... ἀπολειπόμενον, ἁγιαστικῆς ... πεπληρωμένον
• pero como cualidad propia de la Trinidad en la refutación de esa herejía
ἡ ἁ. ἐξουσία