ἀγαπώντως
ἀγαπώντως, gladly
ἀγαπώντως,
- = ἀγαπητῶς, Pl. Lg. 735d, Numen. ap. Eus. PE 14.5.
adv. sobre part. pres. de ἀ. ἄν ... δράσειεν
ἐλέγχουσι
ἀγαπώντως
= ἀγαπητῶς, plat.