ἀγαπητικός
ἀγαπητικός, affectionate
ἀγαπ-ητικός, ή, όν,
- affectionate, Plu. Sol. 7; περὶ τὰ τέκνα M.Ant. 1.13, etc. Adv. -κῶς Ph. 2.216, Sch. E. Ph. 309.
1 afectuoso, cariñoso
τι ἀγαπητικόν
ἀγαπητικὴ ὡς μήτηρ
τὸ ἀγαπητικὸν περὶ τὰ τέκνα
• amoroso, caritativo
διδασκαλία
σβέσαι τὴν διάθεσιν τὴν ἀγαπητικήν
eliminar la disposición a la caridadαἱ ἀγαπητικαὶ τῶν ῥημάτων ἐμφάσεις
σχέσις
2 adv. -ῶς cariñosamente, afectuosamente Ph.2.216, Sch.E.Ph.308
• amorosamente, caritativamente
τὸν καθηγούμενον ἀ. ἀρίστου βίου
ἡ θεία ζωή ... ἀ. πρὸς τὸ καλὸν ἐκ φύσεως ἔχει
ἀγαπητικός, ή, όν [ᾰᾰ] affectueux, Plut. Sol. 7 ; M. Ant. 1, 13, etc.
ἀγαπητικός, Plut. Sol. 7 ἡ ψυχὴ ἀγαπητικόν τι ἐν ἑαυτῇ ἔχει, etwas zur Liebe Geneigtes, u. so Sp.
ἀγαπητικός
ἀγαπάω
- affectionate, Plut.