ἀγγρίζω Save DGE ἀγγρίζω 1 enfadarse οὐκ ἔκαμψε λαλῶν, ἀλλ' ἤγγρισεν Rom.Mel.41.ιζʹ.8.2, cf. Sm.Pr.15.18, Hsch., EM α 76. 2 ἀ.· ὑφαιρεῖσθαι Hsch., EM α 76. •Cf. ἀγρέω.