ἀγείρω
ἀγείρω, to bring together, gather together
- gather together, λαὸν ἀγείρων Il. 4.377, etc.; ἐνθάδʼ ἀπὸ . . πολίων ἤγειρα ἕκαστον 17.222; so in Att., τὸν ἐς Θήβας στόλον S. OC 1306, Th. 1.9; τὸ Ἑλλάδος στράτευμα S. El. 695; στρατιάν X. An. 3.2.13, cf. App. Mith. 84; εἰς μίαν οἴκησιν ἀ. κοινωνούς Pl. R. 369c:—Pass., gather, assemble, Il. 2.52, Od. 2.8, etc.; ἀγρόμενοι σύες herded swine, Od. 16.3; θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἀγέρθη, ἐς φρένα θυμὸς ἀγέρθη Il. 4.152, 22.475 (cf. ἐγείρω).
- II of things, collect, gather, δημόθεν ἄλφιτα . . καὶ αἴθοπα οἶνον ἀγείρας Od. 19.197; πολὺν βίοτον καὶ χρυσὸν ἀγείρων 3.301; πολλὰ δʼ ἄγειρα χρήματα 14.285:—so in Med., ἀγειρόμενοι κατὰ δῆμον 13.14.
- 2 collect by begging, ὡς ἂν πύρνα κατὰ μνηστῆρας ἀγείροι 17.362, cf. Hdt. 1.61; ἀφʼ ὧν ἀγείρει καὶ προσαιτεῖ D. 8.26:—abs., collect money for the gods, Νύμφαις ἀ. A. Fr. 168, cf. Hdt. 4.35, Pl. R. 381d, SIG 1015.26 (Halicarnassus); esp. for Cybele, Luc. Alex. 13, cf. μητραγύρτης:—abs., go about begging, Philostr. VA 5.7, Man. 6.299, Max.Tyr. 19.3, etc.
- 3 put things together, accumulate arguments, as in a speech, A. Ch. 638.
- 4 ὀφρύας εἰς ἓν ἀ. frown, AP 5.299 (Paul.Sil.).—Rare in good Prose.
I
1 reunir, juntar, agrupar de pers.
λαόν
στόλον
στράτευμα
ναύμαχον ἑσμόν
συμμάχους
τὴν ἀναρίθμητον στρατιάν
ἑταίρους εἰς ἕν
εἰς μίαν οἴκησιν ἀ. κοινωνούς
ἀ. εἰς ἑαυτόν
•
ὀφρύας εἰς ἓν ἀ.
fruncir las cejas
• de datos, ejemplos aducir, traer a colación
τί τῶνδ' οὐκ ἐνδίκως ἀγείρω;
• de actos o sucesos convocar, provocar
θρασυνόμενοι τὸν πόλεμον ἤγειραν
con su insolencia provocaron la guerraοἱ τὰς τελετὰς ἀγείροντες
los que convocan los ritos mistéricos e.e. los que celebran misterios
2 de cosas recoger, buscar, conseguir gener. c. indicación de la procedencia
πολὺν βίοτον καὶ χρυσόν
χρήματα
δημόθεν ἄλφιτα ... καὶ ... οἶνον
πύρνα κατὰ μνηστῆρας
δωτίνας ἐκ τῶν πολίων
ἄλλον βίον
II reunir ofrendas o colectas, pedir donativos gener. c. dat. del n. de un dios
ἀγείρω Ἰνάχου Ἀργείου ποταμοῦ παισὶν βιοδώροις
Μητρί
(Cibele)
• abs. o con indicación de la procedencia vivir de limosna, mendigar, pedir
ἀγείρασ' αἰχμαλωτίδων πάρα
ἀφ' ὧν ἀγείρει καὶ προσαιτεῖ
ᾄδειν καὶ ἀ.
como un músico ambulanteἀγείρων
mendigo
III en v. med. y pas.
1 reunirse, recogerse, juntarse
περὶ δ' αὐτὸν ἀγηγέραθ' ὅσσοι ἄριστοι
ἀμφὶ πυρὴν κριτὸς ἔγρετο λαὸς Ἀχαιῶν
βροτῶν ... ἀγρομένων
ἀγρομένοισι σύεσσι
piara de cerdosπρέπει ἀγρομένοισιν
sobresale entre la masaβουλῆς ἀγηγερμένης
ἀγρομένων ... ὄμματα
los ojos de los espectadores
•
ἀγειρομένων διὰ κάλλεα παρθενικάων
doncellas agrupadas según su belleza (prob. para celebrar un concurso)
• de cosas concentrarse
θυμὸς ... ἀγέρθη
cobró ánimo
2 c. prep. hacer una colecta, recoger
κατὰ δῆμον
3
ἀγείρεσθαι· λοιδορεῖσθαι
•Emparentado con gr. ἀγορά, γέργερα, lat. grex, lituan. gurgulỹs ‘nudo’, etc.; verosímilmente esta familia de palabras deriva de la misma raíz de
1. met acc., causat.
a. samenbrengen, bijeenbrengen, verzamelen; van pers.:
b. bij elkaar bedelen:
2. med.-pass., intrans. samenkomen, bijeenkomen, zich verzamelen:
1) gew. λαόν, das Volk zum Kampfe, Il. 11.770, 9.338, 11.716, 16.129 u. ähnlich 17.222 ἐνθάδʼ ἀφʼ ὑμετέρων πολίων ἤγειρα ἕκαστον, u. so noch Loll. Bass. 4 (IX.236), πόλις ἐν ὅπλοις ἠγέρθη ; – zur beratenden Versammlung, Od. 3.140 μύθου ἕνεκα, 2.28, 41, u. im med. τοὶ δʼ ἠγείροντο μάλʼ ὦκα, sie sammelten sich, = ἠγέρθησαν, Il. 2.52, Od. 2.8 ; ἤγερθεν ὁμηγερέες τʼ ἐγένοντο Il. 1.57 u. a.; – ἀγείρεσθαι ἐπὶ νῆα Od. 2.385, ἀγέροντο ἐς ἀγορήν Il. 18.245, ἀγηγέρατο Διὸς ἔνδον, beim Zeus, Il. 20.13 (So auch Pind. P. 9.54 ἐπὶ λαὸν ἀγείρας); – auch zur Flucht, Il. 2.664 ; ἑτάρους, zur Seefahrt, 3.47 ; θηρήτορας, 9.544, zur Jagd. Vom Vieh, βόεσσιν ἀγρομένῃσι 2.481, σύεσσιν Od. 14.25, 16.3. Auch in Prosa : συμμάχους Thuc. 2.17 ; στόλον 1.4 ; ἐρέτας 1.31, wie Soph. O.C. 1308 ; στρατιάν Xen. An. 3.2.8 (ἐμπόρους πλείους ἀγείρω Hier. 9.9, heranziehen); Phalar. Ep. 51 ; Dion.Hal. A.R. 11.42 ; ἀπὸ συμμάχων στρατόν 5.14 (wie Plut. Timol. 20); πολλὰς δυνάμεις 10.9 ; στράτευμα Soph. El. 684 ; App. Mithr. 84 στρατιὰν ἀγείρων περιῄει, ein Heer werbend.
2) übertr., ἄψορρόν οἱ θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἀγέρθη Il. 4.152, ἐς φρένα θυμὸς ἀγέρθη Il. 22.475, Od. 5.458, 24.349, wie νέον δʼ ἐσαγείρετο θυμόν Il. 15.240 ; vgl. πνεῦμʼ ἄθροισον Eur. Phoen. 858.
3) herumgehend Gaben sammeln, Hom. πολλὰ χρήματα ἀνʼ Αἰγυπτίους Od. 14.285, αἴθοπα οἶνον δημόθεν 19.197, πύρνα κατὰ μνηστῆρας 17.362, βίοτον καὶ χρυσόν 3.301, u. absol. ἡμεῖς δʼ αὖτε ἀγειρόμενοι κατὰ δῆμον τισόμεθα 13.14 ; Theocr. 14.40 βίον ἄλλον, von der Futter sammelnden Schwalbe. So auch Theophr. bei Ael. V.H. 4.20 vom Demokrit, περιῄει κρείττονα ἀγερμὸν ἀγείρων Μενελάου, mit Anspielung auf Hom. Hierauf beziehen sich die Erkl. EM. v. πολιοὶ λύκοι ; ὁ ἀποκτείνας λύκον ἀγείρει αὐτῷ τὰ πρὸς ταφήν, u. v. ἀγύρτης, wie Zon. u. Eust. ad Il. β., ἀγείρειν τὸ περιϊέναι καὶ περινοστεῖν ἐπὶ νίκῃ ἢ ἑτέρῳ τινὶ τοιούτῳ (σεμνύνειν setzt Suid. u. Bekker Anecd. I. p. 331 hinzu, wo wohl σεμνυνόμενον mit Bernhardy zu lesen). Es wird nach Her. Vorgang (δωτίνας ἐκ τῶν πολίων ἀγ. 1.61, χρήματα 1.12), der es sogar absolut braucht, σφὶ ἀγ. 4.35 u. ἐν τῇ ἑορτῇ V. Hom. 33, u. Plat. Rep. II.381d ἱέρεια ἀγείρουσα Ἰνάχου παισίν, bes. vom Einsammeln freier Gaben für die Cybele gebraucht ; Suid. ex Philostr. v.Apoll. IV.39 πόλιν ἐκ πόλεως ἀμείβων καὶ τῇ θεῷ ἀγείρων ; Plut. Cleomen. 33 τύμπανον ἔχων ἐν τοῖς βασιλείοις ἀγείρειν ; ἀγ. τοῖς θεοῖς Apophth. Lac. p. 244 ; Rom. 29 αἱ θεραπαινίδες ἀγείρουσι περιϊοῦσαι ; Luc. Pseudomant. 13 ; Cronos. 12 τῇ μητρὶ ἀγείρειν ; cf. μητραγυρτής ; τῇ κορώνῃ Athen. VIII.319d, wo ein Lied, das dabei gesungen wurde, aufbewahrt ist. Sp. brauchen es allgemein für betteln (vgl. Ruhnk. ad Tim. Lex.). Ael. H.A. 6.10 ; Maneth. 6.299, der 2.262 πλοῦτον hinzusetzt ; Lucill. 97 (XI.389).
4) Allgemein : zusammenbringen, τί τῶνδʼ οὐκ ἐνδίκως ἀγείρω ; Aesch. Ch. 629 ; Paul.Sil. 35 (V.300) ὀφρύας εἰς ἓν ἀγείρων, von dem finster Aussehenden, wie Them. or. 2, p. 27a τὸν ἀγείροντα τὴν ὀφρύν sagt ; Ep.adesp. 300 (Plan. 138) ἀμικτότατʼ εἰς ἓν ἀγ. Die Glossen des Hes. ἀγείρας : ὁ χωλός (wofür Portus πτωχός, Küster ὀχλαγωγός conj.) u. ἀγείρεσθαι : ἐκπορεύεσθαι, λοιδορεῖσθαι, beziehen sich vielleicht auf das Einsammeln von Gaben. Poll. 4.45 stellt auch διδάσκεσθαι mit ἀγείρεσθαι zusammen.
Aor. ἤγειρα Il. 17.222: Od. 2.41. ἄγειρα Od. 14.285.
3 sing. ἤγειρε Od. 2.28. ἄγειρε Il. 11.716.
3 pl. ἄγειραν Od. 3.140.
Subj. ἀγείρω Il. 16.129.
1 pl. ἀγείρομεν Il. 1.142: Od. 16.349.
Pple. ἀγείρας Il. 2.664, Il. 3.47, Il. 9.338, 544: Od. 19.197.
Mid. 3 pl. aor. ἀγέροντο Il. 2.94, Il. 18.245: Od. 8.321, Od. 11.36, Od. 20.277.
Pl. pple. ἀγρόμενοι, -ων Il. 3.209, Il. 7.134, 332, Il. 9.74, Il. 10.180, Il. 20.166: Od. 8.17, 58, 172, Od. 14.25, Od. 16.3.
Fem. -αι Od. 20.123.
Dat. -ῃσι Il. 2.481.
Infin. ἀγέρεσθαι Od. 2.385.
Pass. 3 sing aor. ἀγέρθη Il. 4.152, Il. 22.475: Od. 5.458, Od. 24.349.
3 pl. ἤγερθεν Il. 1.57, Il. 24.790: Od. 2.9, Od. 8.24, Od. 24.421. ἄγερθεν Il. 23.287.
3 pl. plupf. ἀγηγέρατο Il. 4.211, Il. 20.13: Od. 11.388, Od. 24.21.
(ἀμφ-, ἐπ-, ἐσ-, συν-.)
- 1
To bring or gather together, cause to assemble Il. 1.142, Il. 2.438, Il. 3.47, Il. 9.544, Il. 17.222, etc.: Od. 2.41, Od. 3.140, Od. 16.349.
Absol. Od. 2.28.
- 2
In mid. and pass., to come or gather together, assemble: ἐπεὶ ἤγερθεν Il. 1.57. Cf. Il. 2.52, Il. 3.209, Il. 4.211, Il. 18.245, Il. 23.287, etc.: ἠγείροντο μάλʼ ὦκα Od. 2.8. Cf. Od. 2.385, Od. 4.686, Od. 11.632, Od. 14.25 (the herd of swine), Od. 20.123 (v.l. ἐγρόμεναι
fr. ἐγείρω; cf. ἐγείρω 4), etc. - 3
In reference to things, to get together, collect: πολλά Od. 14.285. Cf. Od. 3.301, Od. 19.197.
In mid.: ἀγειρόμενοι κατὰ δῆμον Od. 13.14.
To get by begging Od. 17.362.
In reference to something immaterial: θυμὸς ἀγέρθη (his spirit was rallied) Il. 4.152, Il. 22.475: Od. 5.458, Od. 24.349.
- 1
- 1ἐπαγείρω P. 9.54
- Ito bring together, gather together, c. acc., Hom., Attic; Pass. to come together, gather, assemble, Hom.; ἀγρόμενοι σύες herded swine, Od.; θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἀγέρθη, ἐς φρένα θυμὸς ἀγέρθη Il.
- IIof things, to get together, collect, gather, Od.; so in Mid., Od.
- 2to collect by begging, Od.
- 3ὀφρύας εἰς ἓν ἀγείρειν to frown, Anth.
-
…ἦν ἀσπαστότερον. οὗτοι μὲν δὴ συνηλίζοντο, Ἀθηναίων δὲ οἱ ἐκ τοῦ ἄστεος, ἕως μὲν Πεισίστρατος τὰ χρήματα ἤγειρε, καὶ μεταῦτις ὡς ἔσχε Μαραθῶνα, λόγον οὐδένα εἶχον · ἐπείτε δὲ ἐπύθοντο ἐκ τοῦ Μαραθῶνος αὐτὸν πορεύεσθαι ἐπὶ…
Herodotus, The Histories
-
…ἀφανδάνει, ἀλλὰ βόλεσθε αὐτόν τε ζώειν καὶ ἔχειν πατρώϊα πάντα, μή οἱ χρήματʼ ἔπειτα ἅλις θυμηδέʼ ἔδωμεν ἐνθάδʼ ἀγειρόμενοι, ἀλλʼ ἐκ μεγάροιο ἕκαστος μνάσθω ἐέδνοισιν διζήμενος · ἡ δέ κʼ ἔπειτα γήμαιθʼ ὅς κε πλεῖστα πόροι καὶ μόρσιμος…
Homer, Odyssey
-
…δʼ ἔγχος. βῆ δʼ ἰέναι, τοὺς δʼ ἔνθεν ἀναστήσας ἄγεν ἥρως. οἳ δʼ ὅτε δὴ φυλάκεσσιν ἐν ἀγρομένοισιν ἔμιχθεν, οὐδὲ μὲν εὕδοντας φυλάκων ἡγήτορας εὗρον, ἀλλʼ ἐγρηγορτὶ σὺν τεύχεσιν εἵατο πάντες. ὡς δὲ κύνες περὶ…
Homer, Iliad
-
…ἐγκάτθετο κόλπῳ · ἣ δʼ ἄρα πῦρ ἀνέκαιʼ · ἣ δʼ ἔσσυτο πόσσʼ ἁπαλοῖσι μητέρʼ ἀναστήσουσα θυώδεος ἐκ θαλάμοιο. ἀγρόμεναι δέ μιν ἀμφὶς ἐλούεον ἀσπαίροντα ἀμφαγαπαζόμεναι · τοῦ δʼ οὐ μειλίσσετο θυμός · χειρότεραι γὰρ δή μιν ἔχον τροφοὶ ἠδὲ…
NA, Homeric Hymns
-
…σφίσι δʼ αὐτοῖς δαῖτα πένεσθαι ; μὴ μνηστεύσαντες μηδʼ ἄλλοθʼ ὁμιλήσαντες ὕστατα καὶ πύματα νῦν ἐνθάδε δειπνήσειαν · οἳ θάμʼ ἀγειρόμενοι βίοτον κατακείρετε πολλόν, κτῆσιν Τηλεμάχοιο δαΐφρονος · οὐδέ τι πατρῶν ὑμετέρων τὸ πρόσθεν ἀκούετε, παῖδες ἐόντες, οἷος…
Homer, Odyssey
-
…ἔπειτα βάν ῥʼ ἴμεν Ἀλκινόοιο δαΐφρονος ἐς μέγα δῶμα. πλῆντο δʼ ἄρʼ αἴθουσαί τε καὶ ἕρκεα καὶ δόμοι ἀνδρῶν ἀγρομένων · πολλοὶ δʼ ἄρʼ ἔσαν, νέοι ἠδὲ παλαιοί. τοῖσιν δʼ Ἀλκίνοος δυοκαίδεκα μῆλʼ ἱέρευσεν, ὀκτὼ δʼ ἀργιόδοντας…
Homer, Odyssey
-
…ἄγειν ἁλιεῦσι θοῇς ἐπὶ νηυσὶ τιθέντες · αὐτοὶ δʼ εἰς ἀγορὴν κίον ἀθρόοι, ἀχνύμενοι κῆρ. αὐτὰρ ἐπεί ῥʼ ἤγερθεν ὁμηγερέες τʼ ἐγένοντο, τοῖσιν δʼ Εὐπείθης ἀνά θʼ ἵστατο καὶ μετέειπε · παιδὸς γάρ οἱ ἄλαστον ἐνὶ φρεσὶ πένθος…
Homer, Odyssey
-
…καὶ ἠνδραποδίσατο, εἷλε δὲ τὰς περιοικίδας αὐτῆς πάσας, Συρίους τε οὐδὲν ἐόντας αἰτίους ἀναστάτους ἐποίησε. Κῦρος δὲ ἀγείρας τὸν ἑωυτοῦ στρατὸν καὶ παραλαβὼν τοὺς μεταξὺ οἰκέοντας πάντας ἠντιοῦτο Κροίσῳ. πρὶν δὲ ἐξελαύνειν ὁρμῆσαι τὸν στρατόν, πέμψας…
Herodotus, The Histories
-
…τείχη ᾤκησαν κατανειμάμενοι καὶ τοῦ Πειραιῶς τὰ πολλά. ἅμα δὲ καὶ τῶν πρὸς τὸν πόλεμον ἥπτοντο, ξυμμάχους τε ἀγείροντες καὶ τῇ Πελοποννήσῳ ἑκατὸν νεῶν ἐπίπλουν ἐξαρτύοντες. καὶ οἱ μὲν ἐν τούτῳ παρασκευῆς ἦσαν. ὁ δὲ στρατὸς τῶν…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…ὀξὺς Ἄρης, ψυχαὶ δʼ Ἄϊδοσδε κατῆλθον · τώ σε χρὴ πόλεμον μὲν ἅμʼ ἠοῖ παῦσαι Ἀχαιῶν, αὐτοὶ δʼ ἀγρόμενοι κυκλήσομεν ἐνθάδε νεκροὺς βουσὶ καὶ ἡμιόνοισιν · ἀτὰρ κατακήομεν αὐτοὺς τυτθὸν ἀπὸ πρὸ νεῶν, ὥς κʼ ὀστέα παισὶν ἕκαστος…
Homer, Iliad