Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀγείρατον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀγγουρόσπορος
ἀγγραφά
ἄγγρεσις
ἀγγρία
ἀγγρίζω
ἀγγρισμός
ἀγγριστής
Ἄγγρος
ἀγγροφά
ἀγγροφεύς
ἄγγων
Ἀγδαβάτας
ἀγδαβάτης
Ἀγδάμου
Ἄγδαν κώμη
ἄγδην
Ἀγδηνῖτις
Ἄγδιστις
ἄγδυς
ἄγε
ἆγε
Ἄγεhος
Ἀγεάναξ
Ἀγέας
ἀγέγωνος
ἄγεθλον
ἄγει
ἄγειμα
ἄγειος
ἀγείπτεται
ἀγείρατον
ἀγείρατος
ἀγείρω
ἀγεισσώτου
ἀγείσωτος
ἀγείτης
ἁγείτης
ἀγειτόνευτος
ἀγείτων
ἀγέλα
Ἀγελάα
Ἀγελάδας
ἀγελαδόν
ἀγελάζομαι
ἀγελαιοκομική
ἀγελαιοκομικός
ἀγελαιοκόμος
ἀγελαιονομική
ἀγελαῖος
ἀγέλαιος
ἀγελαιοτροφία
ἀγελαιοτροφική
ἀγελαιοτροφικός
ἀγελαιοτρόφος
ἀγελαιών
Ἀγελάνωρ
ἀγέλαοι
ἀγελάοι
Ἀγέλαος
ἀγελαρχέω
ἀγελάρχης
…
ἀγείρατον
Save
Pape
ἀγείρατον
, nach
EM
. u. Zon. = ἀγέρατον, für ἀγέραστον, πλεονασμῷ τοῦ ι (?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}