ἀγλυκής
ἀγλῠκής, ές,
- = ἀγλευκής, Thphr. CP 6.14.12 and 18.8.
desagradable
ὀσμαί
πρὸς ὄσφρησιν αὕτη δ' ἀγλυκής
ἀ·γλυκής, ής, ές [ῠ] c. ἀγλευκής, Th. C.P. 6, 16, 2.
ἀγλυκής, (γλυκύς), ές, herb ; Xen. Hier. 1.21 ist dafür nach Suid. u. einigen mss. wohl ἀγλευκέστερον zu schreiben ; öfter Theophr.
• Adv. ἀγλυκῶς , Phot. Bibl. 333b15.
• Adv. ἀγλυκῶς , Phot. Bibl. 333b15.