Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀγρέμων
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀγραρεύω
ἀγραρία
ἀγράριος
Ἀγραστυών
ἀγραυλέω
Ἀγραυλή
ἀγραυλής
ἀγραυλία
Ἀγραυλίδες
Ἀγραυλίς
ἄγραυλος
Ἄγραυλος
ἀγραφής
ἀγράφιος
ἀγραφίου
ἀγραφίου γραφή
ἀγραφίου δίκη
ἄγραφος
ἀγράφως
ἈγρέϜϜα
ἄγρει
ἌγρειϜα
ἀγρεῖος
ἀγρειοσύνη
ἄγρειτε
ἀγρεῖφνα
ἀγρελάτης
ἀγρέμιον
ἄγρεμος
ἀγρεμών
ἀγρέμων
ἀγρέος
Ἀγρεοφών
ἀγρεσία
ἀγρεσίη
ἀγρεσιθήρα
Ἀγρεστυών
ἀγρεταί
Ἀγρετέρα
ἀγρετεύω
ἀγρετήματα
ἀγρέτης
ἄγρευμα
ἀγρεύς
Ἀγρεύς
ἀγρεύσιμος
ἄγρευσις
ἀγρευτάν
ἀγρευτεῖ
ἀγρευτήρ
ἀγρευτήριον
ἀγρευτής
ἀγρευτικός
ἀγρευτίς
ἀγρευτός
ἀγρεύω
ἀγρέω
ἄγρη
Ἄγρη
ἀγρήγορος
ἄγρηθεν
…
ἀγρέμων
Save
Bailly 2024
ἀγρέμων,
ονος
(
ὁ
) lance
ou
épieu,
Eschl.
fr. 138
.
Étym.
ἀγρέω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}