Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀγριοφαγέω
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἀγρίοπος
ἀγριόπρασον
ἀγριοπρόσωπος
ἀγριορίγανος
ἀγριόρνιθες
ἀγριόρροδον
ἄγριος
Ἄγριος
ἀγριοσέλινον
ἀγριοσίκυον
ἀγριόσκορδον
ἀγριοσπαθούλα
ἀγριοσπάραγγος
ἀγριοσταφίδες
ἀγριοσταφίς
ἀγριοσταφύλη
ἀγριοσταφυλίδες
ἀγριοσταφύλιν
ἀγριοσταφυλῖνος
ἀγριοσταφυλίς
ἀγριοσταφυλίτης
ἀγριοστάφυλον
ἀγριοστροβιλέα
ἀγριοσυκάμινον
ἀγριοσυκῆ
ἀγριοσύκιον
ἀγριοσυκομορέα
ἀγριόσυκον
ἀγριοσύνη
ἀγριότης
ἀγριοφαγέω
ἀγριοφαγίτης
ἀγριοφάγοι
Ἀγριοφάγοι
ἀγριοφάγος
ἀγριόφαγρος
ἀγριοφανής
ἀγριοφέρουλα
ἀγριοφοινίκιος
ἀγριόφρων
ἀγριόφυλλον
ἀγριόφυτα
ἀγριόφωνοι
ἀγριόφωνος
ἀγριοχηνάριον
ἀγριοχηνοπρυμνίς
ἀγριόχοιρος
ἀγριόψυχος
ἀγριοψωρία
ἀγριόω
ἀγρίπιστος
ἄγριπος
Ἀγρίππαιος
Ἀγρίππας
Ἀγρίππεια
Ἀγριππεῖον
Ἀγρίππειον
Ἀγριππήσιοι
Ἀγριππιάς
Ἀγριππιασταί
Ἀγριππίνα
…
ἀγριοφαγέω
Save
DGE
ἀγριοφαγέω
comer como un salvaje
,
comer de modo poco civilizado
Eust.
Op
.263.46.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}