ἀγριωπός
ἀγριωπός, wild-looking
ἀγριωπός, όν,
- wild-looking, ὄμμα E. HF 990, cf. Ba. 542; τὸ ἀ. τοῦ προσώπου Plu. Mar. 14, cf. Corn. ND 6.
de aspecto feroz
ὄμμα Γοργόνος
τέρας
τὸ ἀγριωπὸν τοῦ προσώπου
ἀγρι·ωπός, ός, όν, au regard farouche, Eur. H.f. 990 ; Plut. Mar. 14.
Étym. ἄγρ. ὤψ.
ἀγριωπός, wild blickend, ὄμμα Γοργόνος Eur. Herc.F. 990 ; τέρας Bacch. 542 ; τὸ τοῦ προσώπου ἀγρ., der wilde Blick, Plut. Mar. 14.
ἀγριωπός
ὤψ
- wild-looking, Eur.