ἀγχιστεῖον
parentesco próximo por consanguinidad
γένους κατ' ἀγχιστεῖα τῶν ὀλωλότων
ἀγχιστεῖον, ου (τὸ) c. le préc. Soph. Ant. 174, au pl.
ἀγχιστεῖον, τό, nahe Verwandtschaft, Soph. κατʼ ἀγχιστεῖα, Ant. 174.
parentesco próximo por consanguinidad
γένους κατ' ἀγχιστεῖα τῶν ὀλωλότων