ἀδούλωτος
ἀδούλωτος, unenslaved, unsubdued
ἀδούλ-ωτος, ον,
- unenslaved, unsubdued, Pers.Stoic. 1.99, D.S. 1.53; ὑπό τινων Procl. in Alc. p.95 C.; ἀδούλωτοι ἡδονῇ Crates Theb. 5.
que no es esclavo, no esclavizado
ὁ σοφός
ἀ. ὑπὸ τῶν ἄλλων ἐραστῶν
ἀδούλωτοι ἡδονῇ
• de abstr.
δημοκρατία
ἐλευθερία
πάθος
ἀ·δούλωτος, ος, ον, non asservi, libre, DS. 1, 53 ; Plut. M. 754b.
Étym. ἀ, δουλόω.
ἀδούλωτος, nicht unterjocht, frei. Plut. amat. 9 (p. 17); DS. 1.53 ; ἐλευθερίας φέγγος Ep.adesp. 238 (VI.171).