ἀδουλαγώγητος Save ἀδουλαγώγητος, not enslaved LSJ DGE ἀδουλαγώγητος, ον, not enslaved, ψυχή Vett.Val. 220.20. ἀδουλαγώγητος -ον no esclavizado ψυχή Vett.Val.209.35.