ἀδωροδόκητος
ἀδωροδόκητος, incorruptible
- incorruptible, Aeschin. 3.82, etc. Adv. ἀδωροδοκήτ-ως D. 18.250, 19.4, IG 2.114A5, Onos. 1.8, D.S. 39.20.
I
1 insobornable, incorruptible
δοκῶν ... ἀ. εἶναι ... πρὸς τὴν πολιτείαν
δίκαιος καὶ χρηστὸς καὶ ἀ.
ἀ. καὶ ἀνέγκλητος διατελεῖ ὤν
ἄρχοντες
• subst. τὸ ἀ. Plu.2.543d,
τὸ καθαρὸν ἐν ταῖς δίκαις καὶ ἀδωροδόκητον
2 privado de regalos
ταῦτα ... ἡ θεία φύσις ... ἐδωρήσατο πᾶσιν ... ζῴοις, ἵνα μηδὲν ἀδωροδόκητον καταλείπῃ
II adv. -ως sin dejarse sobornar, con honestidad
δικαίως καὶ ἀ. πάντα πεπρᾶχθαι
• Adv ., Dem. 19.4.
- Aeschin.: adv. -τως, Dem.