ἀλήϊστος Save DGE Bailly 2024 ἀλήϊστος -ον no saqueado πλοῦτος ἀ., κτέαρ ἄκλοπον Gr.Naz.M.37.1533. ἀ·λήϊστος, ος, ον, qui ne peut être pillé, Naz. 3, 1533 Migne. Étym. ἀ, ληΐζω.