ἀλήμων
ἀλήμων, a wanderer, rover
ἀλήμ-ων [ᾰ], ονος, ὁ, ἡ, (ἀλάομαι)
- wanderer, rover, ἀλήμονες ἄνδρες Od. 19.74; of planets, AP 9.25 (Leon.): abs., Od. 17.376.—Ep. word.
1 errante, vagabundo
πτωχοὶ καὶ ἀλήμονες ἄνδρες
Αἰητίνη
ἀστέρες
μελάνουροι
• en hipálage
ἀ. κέλευθος
• subst.
ἅλις ἧμιν ἀλήμονές εἰσι καὶ ... πτωχοί
2 desordenado, irregular
βότρυς ἐθείρης
ὀρχηθμός
ἀλήμων, ων, ον, gén. ονος [ᾰ] errant, vagabond, Od. 19, 74 ; Col. 210 ; subst. un vagabond, Od. 17, 376.
Étym. ἄλη.
ἀλήμων, ονος, ὁ, der Landstreicher, Hom. zweimal, Od. 19.74 πτωχοὶ καὶ ἀλήμονες ἄνδρες, 17.376 ἦ οὐχ ἅλις ἧμιν ἀλήμονές εἰσι καὶ ἄλλοι, πτωχοὶ ἀνιηροί, δαιτῶν ἀπολυμαντῆρες ; – sp.D.; – Adj. Col. 210 κέλευθος ἀλ.
ἀλήμων
-ονος, ὁ
[ἄλη.]
A vagrant Od. 17.376, Od. 19.74.
ἀλήμων , ονος (ἀλάομαι): roving, wandering, wanderer.
ἀλήμων
ἀλάομαι
- a wanderer, rover, Od., Anth.