ἀλεαντικός
ἀλεαντικός, fit for warming
ἀλε-αντικός, ή, όν,
- fit for warming, S.E. P. 3.179.
adecuado para producir calor
πῦρ
ἀλεαντικός, ή, όν, réchauffant, Sext. P. 179.
Étym. ἀλεαίνω.
ἀλεαντικός, erwärmend, Sext.Emp.