ἀλετώρια Save LSJ DGE ἀλετώρια· ἀσεβῆ, πονηρά, ἀθέμιστα, ἁμαρτήματα, Hsch. †ἀλετώρια· ἀθέμιστα. ἁμαρτήματα Hsch. (l. prob. ἀλειτήρια).