Ἀλευάδας
Ἀ˘λευάδας
- 1descendant of Aleuas ]ν Ἀλευαδαν[ Θρ. 5. 9. cf. Σ N. 7.103, Ἀλευάδας εἴωθε Πίνδαρος καλεῖν τοὺς Θεσσαλούς.