ἀλλαντοποιός
ἀλλαντοποιός, maker of sausages
ἀλλαντο-ποιός, ὁ,
- maker of sausages, Hsch. Mil. 7 A 3, D.L. 2.60.
morcillero
Αἰσχίνης Χαρίνου ἀλλαντοποιοῦ
ἀλλαντο·ποιός, οῦ (ὁ) qui fait des saucissons, charcutier, DL. 2, 60.
Étym. ἀλλᾶς, ποιέω.
ἀλλαντοποιός, ὁ, Wurstmacher, Diog.L. 2.60.