Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀμπρεπής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀμπλέκω
ἀμπλήθω
ἄμπλια
Ἀμπλιᾶτος
ἀμπν
ἀμπνείω
ἄμπνευμα
ἀμπνεῦσαι
ἀμπνέω
ἀμπνοά
ἀμπνοή
ἄμπνυε
ἀμπνύνθη
ἀμπνῦσθαι
ἄμπνυτο
ἀμπνύω
ἀμποίχοιτις
ἀμπολέω
ἀμποτάομαι
ἄμποτε
ἀμπουλλάκια
ἀμπούλλιον
ἄμποχος
Ἀμπρακία
Ἀμπρακιεύς
Ἀμπρακιήτης
Ἀμπρακικός
Ἀμπρακιώτης
Ἀμπρακιῶτις
ἀμπρακόν
ἀμπρεπής
ἀμπρευτής
ἀμπρεύω
ἀμπρόν
ἄμπρον
ἄμπρος
ἀμπτ
ἀμπταίην
ἀμπτάμενος
ἀμπτᾶσα
ἀμπτύσσω
ἀμπτυχή
ἀμπυκάζω
Ἀμπυκίδης
ἀμπυκίζω
ἀμπυκικηροιδηστίχας
ἀμπυκῖται
ἀμπυκοροργός
Ἄμπυκος
ἀμπυκτήρ
ἀμπυκτήρια
ἀμπυκτήριον
ἀμπυκτήριος
ἀμπύκωμα
ἀμπύλλη
ἄμπυξ
Ἄμπυξ
ἀμπώλημα
ἄμπωσις
ἀμπώτης
ἀμπωτίζω
…
ἀμπρεπής
Save
Pape
ἀμπρεπής
,
f.l.
für ἐμπρεπής, Aesch.
Suppl
. 120.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}