ἀμπύκωμα Save LSJ DGE Grieks Nederlands ἀμπῠκ-ωμα, τό, = sq., S. Fr. 1002 (pl.). ἀμπύκωμα -ματος, τό • Prosodia: [-ῠ-] diadema A.Supp.235, S.Fr.1002. ἀμπύκωμα -ατος, τό [ἄμπυξ] paardenhoofdstel.