Ἀμπρακιῶτις Save DGE Bailly 2024 Ἀμπρακιῶτις v. Ἀμβρακιῶτις. Ἀμπρακιῶτις, ιδος (ἡ) [ᾰκ] fém. du préc. Thc. 1, 48 ; ou Ἀμβρακιῶτις, Xén. Hell. 5, 4, 65 et 66 || ➳ Dans les inscr. att. Ἀμπρακιῶτις, CIA. 2, 789 a, 64 (373 av. J.-C.) et Ἀμβρακιῶτις (v. Meisterh. p. 59, § 28, 2).