ἀμφιεστρίς
ἀμφιεστρίς, cloak, wrap
ἀμφι-εστρίς, ίδος, ἡ,
- cloak, wrap, Poll. 6.10, 7.61.
capa, manto
αἱ δ' ἐφεστρίδες καὶ ἀμφιεστρίδες περιβόλαια ἂν εἶεν
ἀμφιεστρίς, ίδος, ἡ, Mäntelchen, Poll. 6.10.