ἀμφιεσμός
ἀμφιεσμός, clothing
ἀμφι-εσμός, ὁ,
- clothing, D.H. 8.62 (v.l. -ασμός).
ἀμφιεσμός, οῦ (ὁ) c. le préc. DH. 8, 62.
ἀμφιεσμός, ὁ, Kleidung, Dion.Hal. 8.62, v.l. für ἀμφιασμός.
ἀμφιεσμός, clothing