About Report a problem

Menu

ἀμφιμέλαινα

ἀμφιμέλαινα, Hom. nur φρένες ἀμφιμέλαιναι, fünfmal, μένεος πίμπλαντο Il. 1.103, Od. 4.661, ἀλκῆς καὶ σθένεος πλῆτο φρένας ἀμφ. Il. 17.499, ἄχος πύκασε φρένας ἀμφ. 17.83, θάρσευς πλῆσε φρένας 17.573 ; Bedtg unsicher ; eigentl. = ringsum schwarz ; wahrscheinl. = dicht behaart, wie λάσιον κῆρ, λάσιαι φρένες ; – κόνις Theodorid. 15 (VII.738), Asche.

Saved

Recent