ἀμφινείκητος
ἀμφι-νείκητος, ον, = foreg. [ἀμφινεικής], ὄμμα νύμφας S. Tr. 527 (lyr.).
disputado
ὄμμα νύμφας
ἀμφι·νείκητος, ος, ον, c. le préc. Soph. Tr. 527.
Étym. ἀ. νεικέω.
ἀμφινείκητος, umstritten, des Streites wert, v.l. , Soph. Tr. 524.