ἀμφιπαίω
ἀμφιπαίω, spike, transfix
ἀμφιπαίω,
- spike, transfix, περὶ σκόλοπας τοὺς ὀπτίλλους IG 4.951.92 (Epid.).
1 traspasar, clavar
περὶ σκόλοπάς τινας τοὺς ὀπτίλλους ἀμφέπαισε
2 discutir
ἀνπιπαίσοντι τὸ κοινὸν οἰ Ῥιττνιοι πορτὶ τὸνς Γορτυνίονς
la asamblea de los ritenios discutirá con los de Gortina