ἀμφράσσαιτο Save Bailly 2024 Pape Autenrieth Homer ἀμφράσσαιτο, v. ἀναφράζομαι. ἀμφράσσαιτο, Od. 19.391, s. ἀναφράζομαι. ἀμφράσσαιτο : see ἀναφράζομαι.