ἀμύθητος
ἀμύθητος, unspeakable, unspeakably many
ἀμύθητος [ῡ], ον,
- unspeakable, esp. unspeakably great, untold, χρήματα D. 4.34; κακὰ καὶ πράγματʼ ἀ. παρέχων 21.17; ἀ. πλῆθος μυῶν Arist. HA 580b16; ἀμύθητον ὅσον διαφέρει Id. Pol. 1263a40, cf. Phld. Mort. 29; ἀμύθητα περὶ ἕκαστα παρατιθείς Id. Herc. 1005.7.
indecible, indescriptible, innumerable
χρήματα
κακὰ καὶ πράγματα
τρόποι
πλῆθος ... τῶν (μυῶν) ἀρουραίων
βροτοί
σφαγαί
μυριάδες ἀνθρώπων
στρουθοί
μαργείτεια
ἐρημία
ἰχθῦς
διαφωνία
λόγος
ἰδέαι
ἀγαθά
ἀ·μύθητος, ος, ον [ῡ] inexprimable, indicible, Dém. 49 fin ; 520, 20 ; Arstt. H.A. 6, 37, 2 ; Pol. 2, 26, 5, etc.
Étym. ἀ, μυθέομαι.
ἀμύθητος, unsäglich, viel, χρήματα Dem. 4.34, 21.17 ; πλῆθος Mnesim. com. Ath. IX.403 (v. 46); Pol. 2.26.5 ; Plut.
ἀμύθητος
μυθέομαι
- unspeakable, unspeakably many or great, Dem.