ἀνίπταμαι
ἀνίπταμαι,
- = ἀναπέτομαι, Max.Tyr. 22.6.
volar
ἀετὸς δέ τις ... ἀνίπτατο
ἀν·ίπταμαι, s’envoler ||
➳ Ao. dor. ἀνεπτάμαν, Soph. Aj. 693 (var. ἀνεπτόμαν) ; sbj. 2 pl. ἀναπτῆσθε, Hdt. 4, 132 ; part. ἀναπτάμενος, Hdt. 2, 55 ; part. prés. sync. ἀμπτάμενος, Eur. Andr. 1219.
Étym. ἀνά ; ἵ. ; cf. ἀναπέτομαι.
ἀνίπταμαι, Sp., = ἀναπέτομαι.