ἀνισασμός
ἀνισασμός, equalization
ἀνῐσασμός, ὁ,
- equalization, Eust. 42.6.
igualación
ἐνταῦθα δὲ σημείωσαι καὶ τὸν ἀνισασμὸν τὸν κατά τινα οἷον ἀντίδοσιν καὶ ἀντιπάθειαν
ἀνισασμός, ὁ, Ausgleichung, Eust.