ἀνδραλογία Save LSJ Bailly 2024 ἀνδρ-αλογία, ἡ, v. ἀνδρολογία. ἀνδρα·λογία, ας (ἡ) [ᾰλ] levée d’hommes, Spt. 2 Macc. 12, 43. Étym. ἀνήρ, -λόγος de λέγω.