ἀνδραγάθημα
ἀνδραγάθημα, a brave deed
ἀνδραγάθ-ημα, ατος, τό,
- brave, manly deed, Str. 1.2.8, Plu. Sert. 10,IG 14.951, Jul. Caes. 329c, etc.
I
1 hazaña Str.1.2.8, Plu.Sert.10, Polyaen.1.18, IUrb.Rom.1.8, Iul.Caes.329c, PHaun.6.34 (II d.C.).
2 buena acción
οὔτε θαρρεῖν ἀναγκαῖον ἐπὶ τῷ πλήθει τῶν ἀνδραγαθημάτων οὔτ' ἀπογινώσκειν ἐπὶ τοῖς ἐπταισμένοις
II virtud
διὰ τοῦτο καὶ ἄνθρωπος γέγονε Χριστός, ἐξ ἀ. τούτου τυχών
Παμβὼ εἶχε μὲν ἀνδραγαθήματα ... πλεῖστα
ἀνδραγάθημα, ατος (τὸ) [ρᾰᾰθ] action virile, belle action, Str. 19 ; Plut. Sert. 10.
ἀνδραγάθημα, τό, tapfere Tat, Plut. Sert. 10 u. Sp. Nach Phrynich. att. für κατόρθωμα.
ἀνδραγάθημα
ἀνήρ, ἀγαθός
- a brave deed, Plut.