ἀνδρειότης
ἀνδρειότης, bravery
ἀνδρειότης, ητος, ἡ,
- = ἀνδρεία, X. An. 6.5.14, Ti.Locr. 103d.
valentía, valor
οὐ γὰρ δόξης ὁρῶ δεομένους ὑμᾶς εἰς ἀνδρειότητα
ποτὶ δὲ ἀνδρειότατα οἷον ποτὶ ῥώμαν καὶ ἰσχύν
ἀνδρειότης, ητος (ἡ) courage, T. Locr. 103d ; Xén. An. 6, 5, 14.
Étym. ἀνδρεῖος.
ἀνδρειότης, ητος, ἡ, Mut, Tim.Locr. 103d ; Xen. An. 6.5.14 ; Sp.; wird getadelt Poll. 3.120.
ἀνδρειότης
- = ἀνδρεία, Xen.