Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνδρεφόνος
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἀνδρέας
ἀνδρεάστρια
ἀνδρεία
ἀνδρεῖα
Ἀνδρεΐδης
ἀνδρεΐζομαι
ἀνδρείκελον
ἀνδρείκελος
ἀνδρειόθυμος
ἀνδρειόπαις
ἀνδρειοπλαστικός
ἀνδρεῖος
ἀνδρέϊος
ἀνδρειότης
ἀνδρειόω
ἀνδρειστέον
ἀνδρειφόντης
ἀνδρεϊφόντης
ἀνδρείωμα
ἀνδρειών
ἀνδρείως
ἀνδρεοκαταμάκτης
ἀνδρεράστια
ἀνδρεράστρια
ἄνδρες
ἄνδρεσσι
ἀνδρεύμενος
ἀνδρεύομαι
Ἀνδρεύς
ἀνδρεφονικός
ἀνδρεφόνος
ἀνδρεών
ἀνδρηΐη
ἀνδρήιον
ἀνδρήϊος
ἀνδρήιος
Ἀνδρηΐς
ἀνδρηλατέω
ἀνδρηλάτης
ἀνδρία
ἄνδρια
Ἀνδρία
Ἀνδρίακα
Ἀνδριάκη
ἀνδριαντάριον
Ἀνδριάντεια
ἀνδριαντίδιον
ἀνδριάντιον
ἀνδριαντίσκος
ἀνδριαντογλύφος
ἀνδριαντοειδής
ἀνδριαντοεργάτης
ἀνδριαντοθήκη
ἀνδριαντοπλασία
ἀνδριαντοπλάστης
ἀνδριαντοπλαστική
ἀνδριαντοπλαστικός
ἀνδριαντοποιέω
ἀνδριαντοποιητική
ἀνδριαντοποιητικός
ἀνδριαντοποιΐα
…
ἀνδρεφόνος
Save
LSJ
DGE
ἀνδρεφόνος, Dor. for
ἀνδροφόνος,
Hdn.Gr.
2.418.
ἀνδρεφόνος
v.
ἀνδροφόνος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}