ἀνελεημοσύνη
crueldad
ἡ ἀ. οἰκήτορας τῆς γεέννης ἐποίησεν ὑμᾶς
ἀνελεημοσύνη, ης (ἡ) manque de pitié, dureté, cruauté, Chrys. 7, 158 Migne.
Étym. ἀνελεήμων.
ἀνελεημοσύνη, ἡ, Unbarmherzigkeit, Sp.
crueldad
ἡ ἀ. οἰκήτορας τῆς γεέννης ἐποίησεν ὑμᾶς