ἀντισχολαστής Save DGE Pape ἀντισχολαστής -οῦ, ὁ rival en la enseñanza ἀ. Ἀριστείδου τοῦ ῥήτορος Sud.s.u. Ἀδριανός. ἀντισχολαστής, ὁ, Suid. v. Ἀνδριανὸς σοφιστής.